Showing posts with label Ταύτα είπον συγγραφείς και ποιηταί - φιλόσοφοι και επιστήμονες. Show all posts
Showing posts with label Ταύτα είπον συγγραφείς και ποιηταί - φιλόσοφοι και επιστήμονες. Show all posts

20 October 2007

... Με την πρώτη σταγόνα της βροχής
σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια
που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε
μοναδικό τους προορισμό Εσένα ...
.
Για σένα στις επιθυμίες μου
λόγος δεν έγινε ποτέ.
Δεν σε προέβλεψαν ποτέ
τα όνειρά μου.
Οι προαισθήσεις μου
δεν σε συνάντησαν.
Ούτε η φαντασία μου.
Κι όμως
μια ανεξακρίβωτη στιγμή
σ' εξακριβώνω μέσα μου
ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.

Όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

18 September 2007



Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
δεν της πήρα τίποτα.

Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το
παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...

«Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτά-
δες;» -έτσι μου 'λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο
νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε
απ' τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις
πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.

Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες.

Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην
πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα
μικρό πουλί.

Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την
ιδία πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ' απ' την πέτρα.

Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.

Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ - δεν είσαι αξία!

Ω, αν μ' αφήνανε, αν μ' αφήνανε.

Ποιος να σ' αφήσει;

Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.

Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα
κόβεται απ' τη σκιά του κι αλλού περπατά.

Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα
κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα...

Μα' χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ' την πέτρα. Και μαζί
μ' αυτήν και τ' όνομά της.

ΑΡΙΜΝΑ... σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέ-
σα στο φως... ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ...

Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε
καθόλου.

ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ... εκεί, πάνω σ' αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί
και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.

Στ' όνειρό της φαίνεται θα το 'χε δει κι αυτό για να το θυμάται.

Στ' όνειρό μου, ναι. Σ' έναν ύπνο μεγάλο που θα 'ρθει κάποτε
όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά., θα περνάνε στο
δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιτα-
λιάνικες.
Από παντού θ' ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναί-
κες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.

...

Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα
δαιμονικά του κόσμου τ' ανεξόρκιστα
κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα
στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!

Κι απ' τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

...

Μιξοευρωπαϊστί τα πάντα λέγονται
γίνονται ξεγίνονται
μ' ευκολίες με δόσεις.
Καιρός των ανταλλακτικών:
σπάει λάστιχο-βάζεις λάστιχο
χάνεις Jimmy-βρίσκεις Bob.
C' est très pratique που 'λεγε κι η Annette
η ωραία σερβιτόρισσα του Tahiti.
Της είχανε υπογράψει δεκαεννέα εραστές τα στήθη της
μαζί με τον τόπο της καταγωγής τους
μια μικρή τρυφερή γεωγραφία.
Όμως θαρρώ στο βάθος ήταν ομοφυλόφιλη.
Τρώγε την πρόοδο
και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.

...

Το μόνο πράγμα που θα μείνει ανέπαφο
είναι η εκδίκηση.
Το σίδερο και η πέτρα έχουν τον τρόπο τους
θα μας καταβάλουν
και θα περάσουμε μια νέα λίθινη εποχή
θα τρομοκρατηθούμε ανάμεσα στους εξαγριωμένους
βροντόσαυρους·
τότε ίσως νοσταλγήσουμε
την ακρίβεια και την τελειότητα
ενός ρολογιού Patek Philippe..

Ε σεις Κύριοι της Τεχνοκρατίας
λίγο πιο δεξιά παρακαλώ:
κρατήστε μου μια θέση στο Α του Κενταύρου
και πάλι βλέπουμε.

Δυστυχώς και η Γη
με δικά μας έξοδα γυρίζει.

30 April 2007

Η ορθολογικότητά μας (reason) είναι δούλα των παθών μας (passions)

Reason is, and ought only to be the slave of the passions, and can never pretend to any other office than to serve and obey them. David Hume (1739, A Treatise of Human Nature: being an attempt to introduce the experimental method of reasoning into moral subjects)

25 January 2007

Τόλμα να πάρεις τον χρόνο που γουστάρεις


Οκτώ ώρες δουλειά, μιάμιση ώρα να πας και να’ ρθεις στη δουλειά, οκτώ ώρες ύπνος, δυο ώρες για φαγητό, μια ώρα για καθαριότητα και φροντίδα του σώματος, μια ώρα για περπάτημα ή γυμναστική, μιάμιση ώρα για να δεις τηλεόραση και μια ώρα για διάφορες άλλες υποχρεώσεις, μας κάνουν σύνολο 24 ώρες.

Δηλαδή, ένας υγιής εργαζόμενος, χωρίς παιδιά, χωρίς άλλες υποχρεώσεις, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μετά βίας θα βρει χρόνο για να διαβάσει ένα βιβλίο, ν’ ακούσει προσεκτικά ένα δίσκο κλασικής μουσικής ή να ενημερωθεί απ’ την εφημερίδα του.

‘Όλα αυτά συνήθως τα μεταθέτει στο Σαββατοκύριακο, μαζί με όποιας μορφής διασκέδαση, εκδρομή ή απόλαυση μιας συναυλίας ή ενός θεατρικού έργου (που κι αυτά δεν συνιστούν πάντα πνευματική απόλαυση).

Να τη λοιπόν η ζωή ενός μικρομεσαίου αστού. Ενός θετικού, γενικά προσώπου, που δεν μπεκροπίνει, δεν χάνει τις ώρες του στα καφενεία και στις συζητήσεις, που δεν αναρωτιέται γιατί ο Μπέκετ, ο Σκαλκώτας, ο Σαίνμπεργκ και ο Ρίλκε έγραψαν αυτά που έγραψαν, που ποτέ του δεν θα διαβάσει Πλάτωνα, Αριστοτέλη ή Σαρτρ!

Αυτός ο πληροφορημένος άνθρωπος θα σταθεί με απορία μπρος τις κατασκευές των σημερινών εικαστικών σε κάποιο μουσείο ή γκαλερί, θα πάει πιθανώς σε μια παράσταση χοροθεάτρου, θα δει οπωσδήποτε μια ταινία το μήνα, αλλά δεν θα έχει ποτέ χρόνο και διάθεση να ζήσει ή να συζητήσει σε βάθος τις εντυπώσεις του.

Όταν με το πέρασμα του χρόνου θα αποκτήσει παιδιά, άρρωστους γονείς, βαρετή σχέση, περιττά κιλά, εξοχικό και τα σχετικά γκάτζετ, τότε είναι σίγουρο πως κάθε σκέψη για το ποιος είναι και τι κάνει πάει περίπατο και ο φιλαράκος μας μεταλλάσσεται στον αδιάφορο μέτριο άνθρωπο, τον συμπαθή εκείνον δημοκράτη που είναι συμβιβασμένος με τη μετριότητα και την ανημποριά του.

Έτσι αναπαράγεται η μελαγχολία που κυριαρχεί στις δυτικές κοινωνίες, ο προστατευτικός πέπλος του καρτεσιανικού καθωσπρεπισμού και η ηθική μέση άποψη. Όποιος έχει χρόνο για φλερτ, για έρωτα, για ποτό, για καφενεία, διάβασμα ή χάζεμα, για παρέα και κουβέντα, εκλαμβάνεται ως ιδιόρρυθμος ή ψώνιο. Η παραχώρηση χρόνου σε μη παραγωγικές (οικονομικά επωφελείς) δραστηριότητες ή προσπάθεια να ξεφύγει από την ιδιώτευση, (από την ηλιθιότητα, όπως πιστεύει ο Θουκυδίδης, στην οποία ξεπέφτει ο άνθρωπος που αρνείται να είναι πολίτης και που οι Γάλλοι ονομάζουν idiot), θεωρείται ύποπτη. (…)

Το σύνθημα σε πολυκατοικία του Παγκρατίου έλεγε: του οκταώρου οι πεσόντες ηδονίζονται με τσόντες. Το «πεσόντες» μας το δείχνει καλά. Δεν είναι οι άνθρωποι κατ’ ανάγκη κακοί. Πεσόντες είναι οι περισσότεροι. Θύματα της αδυναμίας τους. Ίσως και να μην άξιζαν καλύτερης ζωής. Τι να το κάνει ολόκληρο ελεύθερο οκτάωρο ο άδειος;

Εγώ κλαίω αυτόν που το θέλει και δεν το έχει. (…) Κάποιοι είναι ασυμβίβαστοι, τρελοί και ονειροπόλοι. Κάποιοι θέλουν να ζουν την κάθε μέρα ως θάμβος!

Οι πεσόντες μπορεί και να θέλουν να είναι πεσόντες. Γι’ αυτό κι εγώ θα έγραφα στον τοίχο: «Τόλμα να πάρεις το χρόνο που γουστάρεις!»

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ – «ΑΥΓΗ»

09 January 2007

~*~Eύα~*~

Είναι παράξενες οι γυναίκες
Παράξενα λόγια, βαμμένες βλεφαρίδες, ανορθόδοξοι έρωτες…

Οι στροφές των ιδεών τους, θυμίζουν το τελείωμα ενός ιππόκαμπου

Είναι παράξενες οι γυναίκες, και τα νερά βαθιά.
Προκλήσεις, πνιγμοί, σπανίως σωτηρίες
Πεδιάδες αισθημάτων, βουνά απογοήτευσης….

Ένα μακροβούτι, η κοινή μας σκέψη….μια ασφυξία το αποτέλεσμα
πως καταφέρνουμε αλήθεια, και βγαίνουμε ζωντανοί;
ποιος θεός ελέγχει όσα κάνουμε, και δεν κάνουμε
ποιος προλαβαίνει τους αφανισμούς, και ποιος μας δωρίζει νέες ζωές;

Είναι παράξενες οι γυναίκες,
και εμείς τα μήλα στα χέρια τους,
κάθε μας επαφή μαζί τους, είναι οι δαγκωματιές,
που μετρούμε στο τέλος, στα κορμιά μας.

Γ. Ζαφείρης

28 December 2006

Η μαμά χτύπησε ξανά την πόρτα.


Είπε: "Είναι δέκα και μισή, Γκέοργκ, το τραπέζι είναι στρωμένο. Έχεις να διαβάσεις πολύ ακόμα;"
Είπα κάπως ανεπίσημα: "Μικρό, αγαπητό κορίτσι με τα πορτοκάλια. Σε σκέφτομαι. Μπορείς να περιμένεις λίγο ακόμα;"
Δεν μπορούσα να τη δω μέσα απ' την πόρτα. Αλλά άκουσα ότι βουβάθηκε.
Είπα: "Πού και πού στη ζωή χρειάζεται να μάθουμε να λαχταρούμε λιγάκι κάτι."
~
Έπρεπε να την έβλεπες! Έπρεπε να την έβλεπες να χορεύει στους δρόμους της πολης. Έπρεπε να την έβλεπες να στέκεται στις εκθέσεις τέχνης! Κι έπρεπε να την άκουγες να γελάει! Δε μπορούσα να μη βάλω κι εγώ τα γέλια. Δεν ξέρω τίποτα πιο μεταδοτικό από το γέλιο.
~
Τώρα είναι σειρά σου ν' απαντήσεις Γκέοργκ, τώρα έχεις εσύ το λόγο.
Σε ρωτάω άλλη μια φορά. Τι θ' αποφάσιζες αν είχες την επιλογή; Θ' αποφάσιζες να ζήσεις μια σύντομη ζωή εδώ στη γη για να σε πάρουν ύστερα από λίγα χρόνια χωρίς δικαίωμα επιστροφής; Ή θα έλεγες: "Όχι, ευχαριστώ";
~
Πάτησα το πλήκτρο Home και το κάθετο βέλος για να διατρέξω όλο το αρχείο. Η διαδικασία κράτησε μια αιωνιότητα, σίγουρα δέκα δευτερόλεπτα. Και ναι, η τελευταία φράση του κειμένου έλεγε: Το όνειρο του απίθανου έχει δική του ονομασία. Το αποκαλούμε "ελπίδα".


Appelsinpiken - Jostein Gaarder

"Μιρέιγ", είπε αποφασιστικά.


"Μιρέιγ", ψέλλισε ξανά, πασχίζοντας να βρει έναν τρόπο για να οδηγήσει τη συζήτηση σε πιο ασφαλές έδαφος.
Αλλά εκείνη είχε σηκώσει τα χέρια της στο πρόσωπό του γλιστρώντας τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του. Τον τραβούσε απαλά προς το μέρος της. Θεέ μου, σκέφτηκε εκείνος, πρέπει να έχω τρελαθεί! Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό!...
"Μιρέιγ", είπε ξανά, με τα χείλη του ν' αγγίζουν σχεδόν τα δικά της. "Δεν μπορώ... δεν μπορούμε..." Ένιωσε όλα τα φράγματα να γκρεμίζονται μέσα του όταν τα χείλη του έσμιξαν με τα δικά της, το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες του. Όχι. Δεν μπορούσε. Όχι αυτό. Όχι τώρα...
Προσπαθούσε να θυμηθεί τί έκανε και γιατί δεν έπρεπε να το κάνει, αλλά το μόνο που επιθυμούσε ήταν να ξεχάσει. Η Μιρέιγ τον συναγωνιζόταν μ' ένα πάθος σκοτεινότερο, πιο παράφορο απ' το δικό του.
Τον κοίταζε, με τα μάτια της δυο βαθιές πράσινες λίμνες, και ήταν σίγουρος ότι ένιωθε το ίδιο.

Είχε κάνει έρωτα σε πολλές γυναίκες, τόσο πολλές ώστε είχε χάσει πια το λογαριασμό - όταν όμως έγειρε αποκαμωμένος μέσα στα απαλά ανάκατα σεντόνια του κρεβατιού του, με τα μακριά μέλη της Μιρέιγ μπλεγμένα με τα δικά του, δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μία. Ήξερε ότι δε θα ξαναζούσε ποτέ παρόμοια εμπειρία.
Την κοίταξε τώρα ξαπλωμένη. Τα μπερδεμένα μαλλιά της ήταν σαν όνειρο πάνω στα δροσερά λινά κλινοσκεπάσματα. Εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα του με τα βαθυπράσινα μάτια της. Και χαμογέλασε.

The Eight - Katherine Neville

23 December 2006

Θα πενθώ πάντα - μ'ακούς; - για σένα, μόνος, στον Παράδεισο


Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ'άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
~
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ'αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμησμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
~
Πάντα εσύ τ'αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
~
Πάντα εσύ τι πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ'αγαπώ και σ'αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει
~
Πουθενά δεν πάω, μ'ακούς
'Η κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ'ακούς
~
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ'άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο

Το Μονόγραμμα Οδυσσέα Ελύτη

Χαμογέλα! Κάνει τους άλλους να ανησυχούν!



H περισσότερο χαμένη από όλες τις μέρες του ανθρώπου, είναι εκείνη κατά την οποία δεν γέλασε.
"Αριστοτέλης"